Ζ. Λαμπικά: “Η βία; Ποια βία;”, εκδόσεις Εκτός Γραμμής (Περι-διαβάζοντας Νο_15) του Π. Μουρουζίδη

Ζ. Λαμπικά: Η βία; Ποια βία  Π. ΜουρουζίδηΠροσθέστε το Ptolemaida.tv ως προτιμώμενη πηγή στη GoogleΖ. Λαμπικά: “Η βία; Ποια βία;” 

          Ο Ζ. Λαμπικά (1930-2009), μάχιμος μαρξιστής και διακεκριμένος διανοούμενος στη Γαλλία, αγωνίστηκε μέσα από τις γραμμές του FLN (Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Αλγερίας κατά την αποικιακή της περίοδο) και στους κοινωνικοπολιτικού αγώνες του γαλλικού λαού μέσα από τις γραμμές του ΓΚΚ.   

          Θεμελιώδης διαπίστωση και αφετηρία της ανάλυσης του Ζ. Λαμπικά σχετικά με το ζήτημα της βίας, αποτελεί το γεγονός πως η βία χαρακτηρίζει την καθημερινότητα, όχι μόνο της εποχής μας αλλά και όλων των ταξικών-εκμεταλλευτικών κοινωνιών αυτού που ο Μαρξ χαρακτήριζε ευρύτερα ως “προ-ιστορία” της ανθρωπότητας.

          Πρωταρχικός διαχωρισμός για την κατανόηση της βίας ως κοινωνικού φαινομένου, είναι η διάκριση μεταξύ της βίας της κυρίαρχης αστικής τάξης και της αντι-βίας των «από κάτω». Η βία στα πλαίσια των ταξικών, τουλάχιστον, κοινωνιών είναι διάχυτη και αναπόφευκτη συνέπεια της κυρίαρχης βίας κάθε ορατής ή αόρατης μορφής της. Η βία εφόσον είναι σύμφυτη των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έννοια (σελ. 33), αφηρημένη, εξωιστορικά και εκτός περιστάσεων, μας λέει ο Λαμπικά. Η καπιταλιστική βία (όπως και κάθε μορφή βίας) εμφυλοχωρεί παντού, στους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ, στο πάγωμα μισθών και προσλήψεων, στη διάλυση των δημόσιων οργανισμών και στις ιδιωτικοποιήσεις, στον έλεγχο των καμερών. Ο πόλεμος ως πολιτική, μας λέει ο Λαμπικά, είναι βία.  Η αγορά είναι βία. Η διαφθορά είναι βία. Η ταξική δικαιοσύνη είναι βία. Η τηλεόραση είναι βία. Η ανεργία είναι βία, ο αποκλεισμός  επίσης είναι βία, μεταξύ άλλων μορφών βίας, που όλες τους προέρχονται από το ίδιο καλούπι: τη βία που ασκεί το κεφάλαιο στην εργασία.» (σελ. 171) «Αυτή ακριβώς η γενικευμένη παρουσία της βίας καθιστά αδύνατη την ένταξή της σε μια έννοια»(σελ. 185). Αποτελεί πολιτιστικό και όχι φυσικό φαινόμενο των ταξικών κοινωνιών, το τέλος της σπάνης δεν έθεσε τέλος στη βία και τέλος η καταδίκη της (σχεδόν ομόφωνη) δεν επέφερε την εξάλειψή της. (σελ. 55) Η καταδίκη της, όπως η καταδίκη κάθε κοινωνικού φαινομένου είναι παντελώς ανόητη και υποκριτική, ακριβώς όπως θα ‘ταν ανόητη και υποκριτική η καταδίκη της … βροχής επειδή ευθύνεται για τις πλημμύρες όταν το … παρακάνει. 

          Για τον Λαμπικά και τους μαρξιστές, η βία δεν είναι αρχέγονη και δεν εντοπίζεται αυστηρά χρονικά, δεν υπάρχει δηλαδή το «σημείο μηδέν» εντοπισμού της, αλλά εγκαταβιεί εντός της ιστορίας (σελ. 63), διαφωνώντας με τους αναρχικούς (όπως οι Μαρξ & Ένγκελς με τους Προυντόν και Μπλανκί) μας υπενθυμίζει πως «η βία υπηρετεί την οικονομική εξουσία», δεν την παράγει ούτε έχει τον καθοριστικό ρόλο. (σελ. 65)

         Ο τεχνοκρατικός, «αντικειμενικός» κυρίαρχος λόγος θέλει τη βία «αντικειμενική», εξωιστορική, βγάζοντας εκτός τόπου και χρόνου τις περιστάσεις εντός των οποίων εκδηλώνεται, απομονώνοντας τεχνητά το «περιστατικό». Έτσι και η βία των κυριαρχούμενων, η «αντι-βία» - εξ’ ορισμού αμυντική και ηθική βία - δεν είναι ποτέ επιλογή, είναι μορφή προς αποκλεισμό και απονομιμοποιημένη μπροστά στη νομιμοποίηση της βίας και της μονοπώλησής της από την κυρίαρχη αστική τάξη, καθιστώντας παράλληλα νόμιμη και «αόρατη» την κρατική βία και καταστολή. (σελ. 7) 

         Από την άλλη, το πρόσχημα του «αγώνα κατά της τρομοκρατίας» επέτρεψε τη γενικευμένη αστυνόμευση των κοινωνιών, την απαγόρευση των κοινωνικών διεκδικήσεων και πρωτόγνωρες μορφές κοινωνικού ελέγχου. Σαφώς βίαιοι είναι όλοι οι οργανισμοί (ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα) στους «προληπτικούς πολέμους» που πραγματοποιούν και στις φτηνές δικαιολογίες που προφασίζονται για να τις νομιμοποιήσουν. (αντιτρομοκρατικοί νόμοι περί ασφάλειας κλπ). Εν ολίγοις, η αστική τάξη ενεργεί σύμφωνα με τη φύση της: εξαπατά, ψεύδεται, ταπεινώνει, εξευτελίζει, αφανίζει και εν ανάγκη σκοτώνει!.. Παρ’ ότι η κρατική βία πλέον είναι τόσο απροκάλυπτη που θα δικαιολογούσε την επαναστατική βία (η οποία πάντα είναι μαζική (πχ απεργίες) – και όχι ατομική) και επιπλέον αμυντική (ως συνέπεια και αντίδραση στην συστημική βία και στην οδύνη που προκαλεί), οι χρεωκοπημένες “αριστερές” δυνάμεις βιάζονται να απορρίψουν το “περιττό” φορτίο: το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και την επαναστατική πολιτική, μπας και αποφύγουν την πρόσκρουση.  

         Από την άλλη, η βία του κεφαλαίου και του αστικού κράτους χρειάζεται έναν εχθρό, ο οποίος όταν δεν υπάρχει, επινοείται (Αλ Κάιντα) ή «κατασκευάζεται» (χτύπημα 11ης Σεπτέμβρη;..): παλιότερα οι ινδιάνοι, μέχρι προσφάτως οι κομμουνιστές, τώρα οι ισλαμιστές… (σελ. 43)

          Παράλληλα, η ιεροποιημένη συναίνεση επικαλείται μια πασιφιστική ηθική μεταφυσικού τύπου, επισείοντας το δόγμα της ασφάλειας και της αντιτρομοκρατικής σταυροφορίας. Εναπόκειται στις επαναστατικές δυνάμεις να σηκώσουν το γάντι και να νομιμοποιήσουν (πρωτίστως στις εργατικές συνειδήσεις δια των αγώνων) όλες τις μορφές της επαναστατικής πολιτικής, για το σοσιαλισμό των σύγχρονων δυνατοτήτων της εποχής μας. (σελ. 175-177)

Περί αστικής δικτατορίας και επαναστατικού εκδημοκρατισμού

          Βασική προβληματική του Λαμπικά αποτέλεσε η επαναστατική διακυβέρνηση και η δικτατορία του προλεταριάτου (της οποίας υπεραμυνόταν σθεναρά σε όλη του ζωή (σελ. 21) μέσα από τις τάξεις του γαλλικού ΚΚ (ως το ’82), ως μέρος της ανάπτυξης της επαναστατικής διαδικασίας και πολιτικής, προεκτείνοντας την επαναστατική θεωρία των Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν.

          Βασικοί κόμβοι ανάπτυξης της επαναστατικής διαδικασίας σκέψης και δράσης του Ζ. Λαμπικά, αποτελούν : α) η ρήξη με την ιμπεριαλιστική κυριαρχία η οποία είναι σύμφυτη της καπιταλιστικής ανάπτυξης, β) η ριζική κριτική των αντιεξουσιαστικών απόψεων περί αμφισβήτησης και «πολιτιστικού αντάρτικου» κριτικής του αστισμού χωρίς την στόχευση κατάκτησης της εξουσίας (Ας αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να καταλάβουμε την εξουσία του Τζ. Χόλλογουέη - και γ) η υπεράσπιση της επαναστατικής βίας, προτείνοντας παράλληλα μια διαδικασία ριζικού και πλήρους εκδημοκρατισμού στα ακρότατά του όρια (δικτατορία του προλεταριάτου) στο πλαίσιο μιας αντικαπιταλιστικής επαναστατικής διαδικασίας (σελ. 28)

          «Κατά βάθος οι δημοκρατίες μας είναι δικτατορίες, οι οποίες, προκειμένου να μην αποκαλυφθούν, εκθέτουν στις βιτρίνες τους πολιτικοοικονομικές κατακτήσεις που τους ανήκουν μόνο και μόνο διότι αποσπάστηκαν από αυτές εξαιτίας της πίεσης που άσκησαν οι αγώνες των εργαζομένων . Οι δημοκρατίες μας είναι ταξικές δικτατορίες, οι οποίες σέβονται τις αξίες και τα δικαιώματα που λιβανίζουν, μόνο σε συνάρτηση με τις σπάνιες συγκυρίες στις οποίες δεν λειτουργούν σε βάρος τους. Για τα υπόλοιπα, τα τρέχοντα, τα καθημερινά, βασιλεύει η επιβολή της δύναμης, το τρίπτυχο ελευθερία-ισότητα-αδελφότητα μιας ένωσης κακοποιών… στη σκιά του λόγου περί ασφάλειας, τα οποία εγγυώνται όσο τίποτε άλλο τη διατήρηση της ιδιοκτησίας και τη συσσώρευση των κερδών». (σελ. 151)

          «Όταν η επιχείρηση ακμάζει, εξάγει τα κέρδη της στους φορολογικούς παραδείσους, ενώ όταν ασθενεί, το κράτος σπεύδει να τη διασώσει, διαγράφει τα χρέη της ή τη βοηθά οικονομικά, και όταν τα ηγετικά στελέχη της δεν μπορούν να ξεφύγουν από τις διώξεις και την έκδοση κατηγοριών (για φοροδιαφυγή, κατάχρηση, απάτη, υπεξαίρεση κλπ), οι δικαστές είναι εδώ, για να απαγγείλουν απαλλακτικά βουλεύματα. Εάν το απαιτήσει η ανάγκη, δεν φοβούνται να προσφύγουν στην ένοπλη δύναμη, όπως για παράδειγμα στις πρώην αποικίες για να διασωθούν τα εθνικά συμφέροντα των … πολυεθνικών». (σελ. 157)  

          Δε θα περιμέναμε από ένα έργο πολιτικής δημοσιολογίας, πρακτικές προτάσεις διεξόδου. Όμως άκρως προβληματική είναι η ανάδειξη της αφηρημένης «βούλησης» ή της «ανυπακοής» από τον συγγραφέα, αίφνης και αορίστως, ως λύση στο πρόβλημα της «υποταγής στη βία» (σελ. 68), το πλασάρισμα του ιμπεριαλισμού ως ιμπεριαλιστικής βούλησης (σελ. 69), ενώ οπωσδήποτε ανεπαρκείς είναι οι αόριστες εκκλήσεις περί ξεσκεπάσματος της βίας και περί συγκρότησης της αγανάκτησης. Όπως επίσης, θα είχε και μια αξία ο διαχωρισμός και η έμφαση στον τονισμό των - άξιων υπεράσπισης - χαρακτηριστικών της οργανωμένης και μαζικής επαναστατικής βίας, έναντι της απελπισμένης, αδιέξοδης και τυχοδιωκτικής ατομικής τρομοκρατίας.

 

Παύλος Μουρουζίδης

2307 6