Το «Βλέμμα του Οδυσσέα» στις φωτιές του μέλλοντος. (της Σεμίνας Διγενή)

Το «Βλέμμα του Οδυσσέα» στις φωτιές του μέλλοντος. της  Σεμίνας Διγενή

Προσθέστε το Ptolemaida.tv ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Το «Βλέμμα του Οδυσσέα» στις φωτιές του μέλλοντος.

------------------

Από: εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ https://www.rizospastis.gr/

Υπάρχουν κινηματογραφικές σκηνές που δεν τελειώνουν και δεν ξεχνιούνται, όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στον χρόνο, σαν ανοιχτές πληγές. Μία από αυτές βρίσκεται στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Είναι εκείνη, που ο πρωταγωνιστής (ο Χάρβεϊ Καϊτέλ), διασχίζει την ταραγμένη Βαλκανική Χερσόνησο, ως άλλος Οδυσσέας, σ' ένα παράξενο ταξίδι επιστροφής, μέσα απ' τη μνήμη.

Περιδιαβαίνει σε παλιά αστικά σκηνικά που έχουν καταρρεύσει, ρημάξει και ξεθωριάσει. Φλώρινα, Κορυτσά, Μοναστήρι, Φιλιππούπολη, Μαύρη Θάλασσα, Κονστάντσα, Βουκουρέστι, Δούναβης, Βελιγράδι, Μόσταρ, Σαράγιεβο.

Ενα ταξίδι σε τοπία ανοιχτών πληγών. Κίνητρο αυτής της περιπλάνησης, ένα κουτί φιλμ των πρωτοπόρων κινηματογραφιστών των Βαλκανίων, των αδελφών Μανάκη, το οποίο έχει μείνει ανεμφάνιστο και ανεπεξέργαστο, απ' τις αρχές του 20ού αιώνα. Οπως ακριβώς και η υπόθεση των Βαλκανίων.

Στην πραγματικότητα, αναζητά τη χαμένη ψυχή μιας περιοχής που γνώρισε πολέμους, εξορίες, διαμελισμούς, προδοσίες, το βλέμμα που χάθηκε μέσα στην Ιστορία.

Κάποια στιγμή μπαίνει σε ένα ταξί. Εξω το χιόνι πυκνώνει, σκεπάζει τα πάντα. Ο οδηγός (που ερμηνεύει ο Θανάσης Βέγγος), σταματά και, μέσα στη λευκή σιωπή, λέει σχεδόν ψιθυριστά, μια από τις πιο σπαρακτικές φράσεις του ελληνικού κινηματογράφου:

«Ξέρεις κάτι; Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνουμε... Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα. Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο».

Τριάντα και πλέον χρόνια μετά, το χιόνι εκείνης της σκηνής, μοιάζει να μην έλιωσε ποτέ κι εκείνα τα λόγια να επιστρέφουν, με μια παράξενη επικαιρότητα.

Ο Αγγελόπουλος δεν ήταν προφήτης καταστροφών. Ηταν, μάλλον, ποιητής της μνήμης. Οι εικόνες του δεν μιλούσαν μόνο για το παρελθόν, αλλά και για το μέλλον που διαμορφώνουν οι επιλογές του παρόντος. Γι' αυτό και η σκηνή, έξω από το χιονισμένο ταξί, μάλλον μας προϊδεάζει για τον τρόπο θανάτου μιας χώρας, σαν σπίτι που αδειάζει αργά αργά. Που κάθε μέρα λείπει και κάτι. Ενα γέλιο. Ενα δικαίωμα. Ενα όνειρο. Μια στήριξη. Ενα σχολείο, ένα νοσοκομείο, οι άνθρωποι.

Μόνη παρούσα η φτώχεια. Οχι μόνο στις στατιστικές, αλλά εκεί, σφηνωμένη μέσα στις ζωές. Σαν μόλυνση επώδυνη, που δηλητηριάζει το σώμα της κοινωνίας, με φόντο έναν τόπο που φθείρεται αργά, ύπουλα, με λογαριασμούς, ενοίκια, απλήρωτες υπερωρίες, συντάξεις πείνας και νέους ανθρώπους που - χάνοντας το δικαίωμα να ονειρευτούν στον τόπο τους - γεμίζουν αεροδρόμια, αντί εργοστάσια, σχολεία και εργαστήρια.

Γιατί; Γιατί σ' αυτήν την πυρπολημένη χώρα, (τη χαρά του επενδυτή), σχεδόν τίποτα δεν αντιμετωπίζεται ως κοινωνικό δικαίωμα. Σ' αυτήν, η Ιστορία μπορεί να ξεπουλιέται, οι άνθρωποι ν' απανθρακώνονται, η εργασία να απαξιώνεται και η ειρήνη να θυσιάζεται στους γεωπολιτικούς σχεδιασμούς.

■«...ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα»

Ισως όμως, η πιο οδυνηρή μεταμόρφωση αφορά αυτό το τελευταίο, το ξεπούλημα του πολιτισμού. Η χώρα που γέννησε μνημεία παγκόσμιας ακτινοβολίας βλέπει την πολιτιστική της κληρονομιά να αντιμετωπίζεται ως προϊόν εμπορικής εκμετάλλευσης. Αρχαιολογικοί χώροι νοικιάζονται για πολυτελείς εκδηλώσεις. Δημόσιοι πολιτιστικοί οργανισμοί λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, ενώ η αξία ενός μνημείου, μετριέται με τα έσοδα που μπορεί να αποφέρει.

Και μέσα σ' αυτήν την ξέφρενη αγοραπωλησία διαρκείας, ακούγεται ξανά, εκείνο το «...ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα» του αξέχαστου Θανάση Βέγγου, που πίστευε πως η μεγαλύτερη τραγωδία ήταν ο θάνατος της Ελλάδας.

Ισως, όμως, η μεγαλύτερη τραγωδία να μην είναι ακριβώς αυτό, αλλά το να συνεχίζει μια χώρα να υπάρχει στον χάρτη, ενώ αδειάζει σιγά σιγά από το περιεχόμενό της.

Να γεμίζουν τα ξενοδοχεία της, αλλά να αδειάζουν τα χωριά της.

Να σπάνε ρεκόρ οι δείκτες του τουρισμού και του χρηματιστηρίου, ενώ καταρρέουν οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί.

Να θαυμάζει ο κόσμος την Ακρόπολη, την ίδια ώρα που αυτοί που ζουν στη σκιά της παλεύουν να επιβιώσουν.

Μια χώρα δεν πεθαίνει όταν είναι φτωχή. Ούτε όταν δοκιμάζεται. Πεθαίνει όταν της επιβάλλουν το να θεωρεί φυσιολογική την αδικία, τον εκμαυλισμό, το ξεπούλημα, τη φαυλότητα, την εκμετάλλευση.

Το ότι η Υγεία, η Παιδεία, η Στέγη, το Νερό και ο Πολιτισμός είναι προϊόντα με τιμή πώλησης.

Οτι είναι λογικό, η Ιστορία να παραδίδεται στους χορηγούς, οι αρχαιότητες να γίνονται εμπορικό ντεκόρ και η νέα γενιά να μεγαλώνει πιστεύοντας πως η ξενιτιά είναι μονόδρομος και η αξιοπρέπεια πολυτέλεια.

Ισως αν ξαναγυριζόταν σήμερα εκείνη η σκηνή, το αυτοκίνητο να σταματούσε, όχι επειδή θα χιόνιζε, αλλά επειδή θα έπεφτε παντού στάχτη. Στάχτη από τα δάση και τις καλλιέργειες που - πάλι - αφανίστηκαν. Από τις περιουσίες που - πάλι - έγιναν αποκαΐδια. Από τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής που - πάλι - παραδόθηκαν στις φλόγες. Από τους ανθρώπους που - πάλι - χάθηκαν.

Μπορεί η φράση της ταινίας, που έμεινε χαραγμένη στη συλλογική μνήμη να ήταν: «Η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο», όμως στη σημερινή Ελλάδα, τον μεγαλύτερο θόρυβο, τον κάνει η προσπάθεια να θαφτούν οι ευθύνες και να καλυφθούν οι ένοχοι.

- Τον κάνει ο θόρυβος του θράσους των κυβερνώντων, την ώρα που άνθρωποι σκοτώνονται και η γη ακόμη καπνίζει.

- Ο θόρυβος των επίσημων διαβεβαιώσεων ότι «όλα λειτούργησαν όπως έπρεπε», ενώ ολόκληρες περιοχές παλεύουν μέσα στα συντρίμμια και τις πληγές τους.

- Τον κάνει ο θόρυβος των ευρωπαϊκών επαίνων για τις δήθεν «βέλτιστες πρακτικές» πολιτικής προστασίας, όταν στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι ζωές των ανθρώπων μετατρέπονται σε κόλαση.

■Κάθε φορά και μια νέα επιχείρηση λήθης και χειραγώγησης

Και ύστερα έρχονται κι οι άλλοι θόρυβοι. Η επόμενη είδηση. Το επόμενο επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Η επόμενη τεχνητή αντιπαράθεση, για να θάψει την οργή και την απελπισία. Για να μετακινηθεί η δημόσια συζήτηση από τον όλεθρο των πυρκαγιών, σε κάτι ανώδυνο κι ακίνδυνο. Πάντα η ίδια τακτική. Κουκούλωμα, σοφιστείες και καθημερινές επιχειρήσεις λήθης και χειραγώγησης. Δεν είναι τυχαίο. Αυτό γινόταν πάντα... Αφού όποιος ελέγχει τη μνήμη, ελέγχει και το μέλλον. Και τώρα, αυτό ακριβώς επιδιώκουν. Να ξεχάσουμε τις φωτιές πριν ακόμη κρυώσουν οι στάχτες. Να ξεχάσουμε την ακρίβεια πίσω από τους πανηγυρικούς δείκτες της δήθεν ανάπτυξης. Να ξεχάσουμε την εκποίηση των δημόσιων αγαθών, πίσω από τον μανδύα του «εκσυγχρονισμού». Να ξεχάσουμε ακόμη και ότι η χώρα εμπλέκεται όλο και βαθύτερα σε επικίνδυνους πολεμικούς σχεδιασμούς, βαφτίζοντας κάθε εμπλοκή «γεωπολιτική αναβάθμιση».

Ισως, τελικά, ο ταξιτζής του Αγγελόπουλου να έκανε λάθος, μόνο σε ένα σημείο. Δεν πεθαίνει η Ελλάδα. Αυτό που επιχειρείται, είναι να νεκρωθεί η μνήμη του λαού. Γιατί ένας λαός που θυμάται, συγκρίνει. Αναρωτιέται. Ζητά λογαριασμό. Δεν αρκείται στις επίσημες αφηγήσεις, ούτε στα εύκολα άλλοθι. Ξέρει ότι η αλήθεια δεν θάβεται ούτε κάτω από το χιόνι, ούτε κάτω από τις στάχτες.

Το χιόνι του Αγγελόπουλου άφηνε ακόμη ορατά τα ίχνη των ανθρώπων. Η στάχτη της δικής μας εποχής προσπαθεί να τα εξαφανίσει.

Θα επιτρέψουμε να σβηστούν τα ίχνη της αλήθειας, μαζί με τα καμένα δάση, τις χαμένες ζωές και τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις;

Εχουμε συνειδητοποιήσει πως όταν ένας λαός χάσει τη μνήμη του, δεν χρειάζεται πια να τον νικήσει κανείς, γιατί έχει ήδη παραδώσει μόνος του το μέλλον του;

Η Ελλάδα δεν θα σωθεί επειδή το υπόσχονται οι κατά καιρούς «σωτήρες» της, ούτε επειδή το επιτρέπουν οι αγορές. Θα σωθεί μόνο, αν ξαναπάρουμε στα χέρια μας, όσα μας ανήκουν, τον πλούτο που παράγουμε, τον πολιτισμό που κληρονομήσαμε, την ειρήνη που δικαιούμαστε και το μέλλον που στερούν από εμάς και τα παιδιά μας. Αν αγωνιστούμε, για να μην στριμωχτεί η ζωή μας μέσα στους δημοσιονομικούς πίνακες, αυτού του απάνθρωπου συστήματος. Αν βγούμε από την ομίχλη κι αποφασίσουμε να γράψουμε οι ίδιοι το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας μας και του τόπου μας.

Και μην ξεχνάμε πως οι εκλογές που έρχονται, είναι ένας λογαριασμός ανοιχτός με όσα ζήσαμε. Εκεί δεν θα κριθεί μόνο ποιος θα κυβερνήσει, αλλά και τι είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε ξανά. Αν θα δώσουμε συγχωροχάρτι στη διαφθορά, στη φτώχεια, στην ακρίβεια, στις υποκλοπές, στη συγκάλυψη των σκανδάλων, στην εμπορευματοποίηση της ζωής, στην εμπλοκή στους πολέμους. Η κάλπη δεν διαγράφει όσα έγιναν, μπορεί όμως να αρνηθεί τη συνέχειά τους. Κι αυτό αποδείχτηκε πως μπορεί να γίνει μόνο με ένα ισχυρό ΚΚΕ. Γιατί από ένα σημείο και μετά, η μνήμη γίνεται ευθύνη. Και η ευθύνη επιλογή. Τα λόγια τα ακούσαμε, τις υποσχέσεις τις πληρώσαμε, τα δεινά τα ζήσαμε. Το θέμα είναι πού θα τραβήξουμε επιτέλους την κόκκινη γραμμή. Σε ποια αδικία θα πούμε «ως εδώ», σε ποιο ψέμα «δεν περνάει άλλο», σε ποια πολιτική «δεν θα πληρώσουμε ξανά εμείς τον λογαριασμό». Η ψήφος μπορεί να γίνει καταδίκη, δύναμη, ανατροπή. Και στις εκλογές που έρχονται, πρέπει να τους δείξουμε ότι θυμόμαστε πολύ καλά και τα έργα και τις ημέρες όλων.

2508 15