
Ο Γεωπονικός Σύλλογος Νομού Κοζάνης, με αφορμή την περίοδο συγκομιδής των αροτραίων καλλιεργειών και τη συζήτηση που αναπτύσσεται κάθε χρόνο σχετικά με τη διαχείριση
των φυτικών υπολειμμάτων, επιθυμεί να επισημάνει τις σοβαρές αρνητικές συνέπειες που έχει η καύση καλαμιών και λοιπών υπολειμμάτων τόσο στην παραγωγικότητα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων όσο και στο φυσικό περιβάλλον.
Η καύση των υπολειμμάτων αποτελεί μια πρακτική που εφαρμόζεται με στόχο τη γρήγορη απομάκρυνση της φυτικής βιομάζας από το χωράφι. Ωστόσο, τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι τα βραχυπρόθεσμα οφέλη της είναι ασήμαντα μπροστά στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που προκαλεί.
Η καύση οδηγεί σε σημαντική απώλεια οργανικής ουσίας του εδάφους. Η οργανική ουσία αποτελεί βασικό παράγοντα γονιμότητας, συμβάλλοντας στη βελτίωση της δομής του εδάφους, στη συγκράτηση του νερού, στον αερισμό και στη διαθεσιμότητα των θρεπτικών στοιχείων για τα φυτά. Η συνεχής απομάκρυνση ή καταστροφή των φυτικών υπολειμμάτων υποβαθμίζει τα εδάφη και μειώνει σταδιακά την παραγωγική τους ικανότητα.
Παράλληλα, οι υψηλές θερμοκρασίες που αναπτύσσονται κατά την καύση καταστρέφουν μεγάλο μέρος των ωφέλιμων μικροοργανισμών του εδάφους. Βακτήρια, μύκητες και άλλοι μικροοργανισμοί που συμμετέχουν στην αποδόμηση της οργανικής ουσίας και στον φυσικό κύκλο των θρεπτικών στοιχείων επηρεάζονται αρνητικά, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η βιολογική ισορροπία του εδάφους. Η βιολογική δραστηριότητα του εδάφους μπορεί να χρειαστεί αρκετά χρόνια για να επανέλθει στα προηγούμενα επίπεδα.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η απώλεια πολύτιμων θρεπτικών στοιχείων. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, εως και το 80-90% του αζώτου που περιέχουν τα υπολείμματα χάνεται στην ατμόσφαιρα κατά την καύση. Σημαντικές επίσης απώλειες παρατηρούνται για το θείο και τμήμα του φωσφόρου, ενώ μόνο μέρος άλλων στοιχείων παραμένει στην τέφρα. Ως αποτέλεσμα αυξάνονται οι ανάγκες σε ανόργανη λίπανση με συνέπειες τόσο για το περιβάλλον αλλά και για το το κόστος παραγωγής.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στο χωράφι. Η καύση υπολειμμάτων συμβάλλει στην εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα, αιωρούμενων σωματιδίων και άλλων αέριων ρύπων, επιβαρύνοντας την ποιότητα της ατμόσφαιρας και ενισχύοντας το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Ταυτόχρονα, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης και ανεξέλεγκτης εξάπλωσης πυρκαγιών, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες, όταν επικρατούν υψηλές θερμοκρασίες και ξηροθερμικές συνθήκες (ιστότοπος πολιτικής προστασίας για την πρόληψη και προστασία απο δασικές πυρκαγιές: https://www.pdm.gov.gr/wp-content/uploads/2016/01/cv2dasikespirkagies.pdf).
Εναλλακτικά προς την καύση, οι παραγωγοί μπορούν, όπου αυτό επιτρέπεται και είναι γεωπονικά ενδεδειγμένο, να προβαίνουν σε θρυμματισμό, εφαρμογή κατάλληλων εγκεκριμένων σκευασμάτων και ενσωμάτωση των φυτικών υπολειμμάτων στο έδαφος. Η επιτόπου κομποστοποίηση συμβάλλει στην ανακύκλωση της οργανικής ύλης, στη βελτίωση της δομής και της βιολογικής δραστηριότητας του εδάφους και στη διατήρηση της γονιμότητάς του. Οι πρακτικές αυτές συμβάλλουν στη βελτίωση της γονιμότητας των εδαφών, στην αύξηση της ικανότητας συγκράτησης νερού, στη μείωση των αναγκών λίπανσης και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των καλλιεργειών απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Επιπλέον, η διατήρηση και ορθολογική διαχείριση των φυτικών υπολειμμάτων αποτελεί θεμελιώδη αρχή της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και συνδέεται με τους στόχους για προστασία του εδάφους, αποθήκευση άνθρακα και βιώσιμη γεωργική παραγωγή.
Ο Γεωπονικός Σύλλογος Νομού Κοζάνης καλεί τους παραγωγούς να αντιμετωπίζουν τα υπολείμματα των καλλιεργειών όχι ως άχρηστο υλικό που πρέπει να απομακρυνθεί, αλλά ως πολύτιμο φυσικό πόρο που επιστρέφει στο έδαφος θρεπτικά στοιχεία, βελτιώνει τη γονιμότητά του και συμβάλλει στη διατήρηση της παραγωγικότητας των αγροτικών εκμεταλλεύσεων για τις επόμενες γενιές.
Η προστασία του εδάφους αποτελεί επένδυση στο μέλλον της γεωργίας.
Για το Δ.Σ. του Συλλόγου
Ο Πρόεδρος Η Γεν. Γραμματέας
Μήτσκας Μιχαήλ Λιόλιου Παρασκευή