Ένα όμορφο ξεκίνημα...
Ο άνθρωπος είναι, πριν απ’ όλα, ένα πλάσμα της σχέσης. Γεννιέται μέσα στους άλλους, μεγαλώνει μέσα από τους άλλους και, ακόμη κι όταν προσπαθεί να απομακρυνθεί, κουβαλά μέσα του τα βλέμματα, τις λέξεις, τις αγάπες και τις πληγές εκείνων που συνάντησε.
Παράξενο πράγμα οι ανθρώπινες σχέσεις. Συχνά περιφρονούμε ο ένας τον άλλον, ενώ ταυτόχρονα αναζητούμε την αποδοχή. Θέλουμε να υπερέχουμε, κι όμως υποκλινόμαστε μπροστά στην ανάγκη να αγαπηθούμε. Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά φοβόμαστε τη μοναξιά. Χτίζουμε τείχη για να προστατευτούμε και ύστερα στεκόμαστε μπροστά τους απορώντας γιατί κανείς δεν μπορεί να μας πλησιάσει.
Ίσως γι’ αυτό η πιο δύσκολη μορφή καλοσύνης είναι η απλή: να μη βλάπτεις τον άλλον. Να μην του κάνεις εκείνο που δεν θα ήθελες να σου κάνουν. Να μπορείς να βλέπεις τον άνθρωπο απέναντί σου όχι ως αντίπαλο, όχι ως μέσο για τη δική σου επιβεβαίωση, αλλά ως έναν ακόμη άνθρωπο που παλεύει, όπως κι εσύ, με τις αδυναμίες και τις προσδοκίες του.
Και ο ξένος κάποτε υπήρξε ξένος για όλους. Κανείς δεν γεννήθηκε γνωστός, κανείς δεν χτίζει τη ζωή του χωρίς να συναντήσει άγνωστους δρόμους και άγνωπα πρόσωπα. Γι’ αυτό η φιλοξενία, η ευγένεια και η διάθεση να δεχτούμε τον άλλον δεν είναι πολυτέλειες· είναι τρόποι να θυμόμαστε πως η ζωή μας θα μπορούσε, με μια διαφορετική συγκυρία, να είναι η ζωή εκείνου.
Δεν είναι όμως ανάγκη να αγαπάμε τους πάντες με τον ίδιο τρόπο. Ούτε να εμπιστευόμαστε χωρίς κρίση. Η αγάπη χωρίς όρια μπορεί να γίνει εξάρτηση, όπως και η εμπιστοσύνη χωρίς διάκριση μπορεί να γίνει αυτοκαταστροφή. Υπάρχουν άνθρωποι που πρέπει να τους πλησιάζουμε και άνθρωποι από τους οποίους πρέπει να απομακρυνόμαστε. Υπάρχουν σχέσεις που αξίζει να σωθούν και άλλες που η αξιοπρέπεια απαιτεί να τελειώσουν.
Κάποτε χρειάζεται να δώσεις μια δεύτερη ευκαιρία. Κάποτε χρειάζεται να κάνεις ένα βήμα πίσω. Και κάποτε, όσο δύσκολο κι αν είναι, πρέπει να φύγεις. Δεν είναι κάθε αποχώρηση αποτυχία. Μερικές φορές είναι η τελευταία πράξη σεβασμού προς τον εαυτό σου.
Ίσως τελικά ο άνθρωπος να μην κρίνεται τόσο από το πόσο σπουδαίος αισθάνεται, όσο από τον τρόπο με τον οποίο κάνει τους άλλους να αισθάνονται δίπλα του. Από το αν αφήνει πίσω του περισσότερη ζεστασιά ή περισσότερη ψυχρότητα, περισσότερες γέφυρες ή περισσότερους τοίχους.
Κανείς δεν μπορεί να ζήσει εντελώς μόνος. Ακόμη και ο πιο μοναχικός άνθρωπος έχει ανάγκη έναν άλλον άνθρωπο για να καθρεφτιστεί, να μιλήσει, να αγαπήσει, να συγκρουστεί, να συγχωρήσει. Είμαστε ξεχωριστοί, αλλά όχι αποκομμένοι. Σαν νησιά που μοιάζουν ανεξάρτητα στην επιφάνεια, ενώ βαθιά κάτω από τη θάλασσα ενώνονται.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δοκιμασία μας: να μάθουμε να υπάρχουμε μαζί χωρίς να καταργούμε ο ένας τον άλλον. Να αγαπάμε χωρίς να φυλακίζουμε, να πλησιάζουμε χωρίς να εισβάλλουμε, να απομακρυνόμαστε χωρίς μίσος και να θυμόμαστε, ακόμη και στις πιο δύσκολες σχέσεις, πως απέναντί μας βρίσκεται ένας άνθρωπος.
Γιατί στο τέλος, όσο κι αν αλλάζουν οι εποχές, οι άνθρωποι και οι δρόμοι, αυτό που μένει είναι η ανάγκη να ανήκουμε κάπου. Να είμαστε σημαντικοί για κάποιον. Να μπορούμε να πούμε «είμαι εδώ» και να ακούσουμε, έστω από μια μόνο φωνή, «κι εγώ είμαι εδώ».
