Παύλος Σταυρίδης - Το πρώτο αίμα στην Ακροναυπλία (του Στέφανου Πράσσου)

Προσθέστε το Ptolemaida.tv ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Στις 30 Αυγούστου του 1937 δολοφονήθηκε, από τους χωροφύλακες του Μεταξά, ο 22χρονος κομμουνιστής δάσκαλος Παύλος Σταυρίδης από τη Λάγενη (Τριανταφυλλιά) της Φλώρινας.

Ο Παύλος Σταυρίδης γεννήθηκε το 1915 στο χωριό Τριανταφυλλιά Φλώρινας που τότε λέγονταν Λάγενη. Τέλειωσε το Δημοτικό στο χωριό του και συνέχισε τις σπουδές του στη Φλώρινα. Μαθητής του γυμνασίου ακόμα εντάχθηκε στην ΟΚΝΕ και αργότερα έγινε μέλος του ΚΚΕ. Συνελήφθη πολλές φορές για την επαναστατική του δράση από την Ασφάλεια της Φλώρινας. Τέλειωσε το διδασκαλείο Φλώρινας το 1934 αλλά η Ασφάλεια με διάφορα προσχήματα ανέβαλε τον διορισμό του. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στο χωριό του και να ασχοληθεί με αγροτικές εργασίες στα χωράφια του πατέρα του. Εκεί γίνεται ο αγαπημένος ηγέτης όλης της προοδευτικής νεολαίας. Τελικά μετά από πολλά εμπόδια, το 1935, διορίστηκε δάσκαλος σε διπλανό χωριό. Μετά από αρκετές εκδικητικές μεταθέσεις στα χωριά της γύρω περιοχής βρέθηκε να υπηρετεί στο χωριό Χασάνοβο (Μεσοχώρι) της Φλώρινας όπου τον βρήκε η δικτατορία του Μεταξά, τον Αύγουστο του 1936. Εκεί τον συνέλαβαν και με απόφαση της Επιτροπής Δημόσιας Ασφαλείας Φλώρινας, εκτοπίστηκε σε κάποιο από τα «ξερονήσια».[1]

Παύλος Σταυρίδης

 

Στην Ακροναυπλία

Τον Φεβρουάριο του 1937, με «συνταγή» της Γκεστάπο και του Χίμλερ που συνεργάζονταν τότε στενά ο Μανιαδάκης και η δικτατορία του Μεταξά, άνοιξαν οι φυλακές της Ακροναυπλίας για να απομονώσουν τους πιο «επικίνδυνους»  κομμουνιστές και άλλα στελέχη του εργατικού και αγροτικού κινήματος. [2]  Κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του 1937 καραβιές ολόκληρες αγωνιστών, μέλη του ΚΚΕ οι περισσότεροι, μεταφέρθηκαν από τις εξορίες στις φυλακές της Ακροναυπλίας που μετονομάστηκαν σε «Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Κομμουνιστών Ακροναυπλίας. [3] Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν και ο 22χρονος Φλωρινιώτης δάσκαλος Παύλος Σταυρίδης.

Η μορφωτική δουλειά στην Ακροναυπλία

Σε όλες τις φυλακές και στις εξορίες, οι κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί κρατούμενοι είχαν οργανώσει από παλιά ιδεολογικά μαθήματα αλλά και μια ευρύτερη μορφωτική και διδακτική διαδικασία.

Τον Μάη του 1937 μεταφέρθηκε από την Ανάφη στην Ακροναυπλία ο ακαδημαϊκός δάσκαλος, συγγραφέας, μαχόμενος διανοητής, κομμουνιστής, Δημήτρης Γληνός. Ο Γληνός συνδυάζοντας τις γνώσεις του με την εμπειρία των πολιτικών κρατουμένων στη μορφωτική δουλειά, κατάφερε να αναπτύξει ποσοτικά και ποιοτικά τη μεθοδολογία και το περιεχόμενο των μαθημάτων στο στρατόπεδο. Ο Γληνός οργάνωσε κανονικές τάξεις από το Δημοτικό ως το Γυμνάσιο, όπου δίδασκαν κρατούμενοι εκπαιδευτικοί της δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης και φοιτητές. Την άτυπη βαθμίδα των αναλφάβητων την είχαν αναλάβει κυρίως οι δάσκαλοι. Ένας από τους πιο αγαπητούς των «μαθητών» αυτών ήταν ο Παύλος Σταυρίδης που έκανε μαθήματα γραφής και ανάγνωσης σε αγράμματους συγκρατούμενούς του.[4]

Δάσκαλοι στην Ακροναυπλία

 

Χωριστά οι διανοούμενοι από τους εργάτες

Η Διοίκηση του στρατοπέδου προσπάθησε εξαρχής να κάνει τη ζωή των κρατουμένων ανυπόφορη, ώστε να αναγκαστούν να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας. Ένα από τα πρώτα μέτρα που πήρε ήταν να απομονώσει τους διανοούμενους και τα στελέχη του ΚΚΕ από τους υπόλοιπους φυλακισμένους, γι αυτό τους τοποθέτησε όλους στον Β’ θάλαμο. Σ` αυτόν τον θάλαμο των διανοουμένων τοποθετήθηκε και ο Παύλος Σταυρίδης. Στόχος ήταν να μην επηρεάζουν οι διανοούμενοι και οι ηγέτες τα απλά μέλη αλλά και να δημιουργηθούν αντιθέσεις ανάμεσα στους διανοούμενους από τη μια και στους εργάτες και αγρότες από την άλλη. Οι προβοκάτσιες και οι επιθέσεις στους κρατούμενους ήταν συχνές και οργανωμένες από τους εκπροσώπους της δικτατορίας. Οι κομμουνιστές και οι άλλοι κρατούμενοι, έχοντας μεγάλη εμπειρία, κατάφεραν να αποκρούουν αυτές τις επιθέσεις και να ξεσκεπάζουν τις προβοκάτσιες της Διοίκησης. [5]

Εικόνα 1 Μακεδόνες στην Ακροναυπλία

 

Η δολοφονία του Παύλου Σταυρίδη

Στις 30 Αυγούστου του 1937 η διοίκηση του στρατοπέδου σέρβιρε στους κρατούμενους, για μεσημεριανό, σάπιο βοδινό κρέας. Οι κρατούμενοι αρνήθηκαν να το καταναλώσουν και έστειλαν μια αντιπροσωπεία στη διοίκηση για να διαμαρτυρηθεί. Η διοίκηση του Στρατοπέδου αντί να ακούσει τις διαμαρτυρίες έκλεισε στο κρατητήριο τα μέλη της Επιτροπής που αποτελούνταν από τον Γιώργο Γρηγοράτο και τον Λεωνίδα Στρίγγο. Αυτό όξυνε ακόμα περισσότερο την κατάσταση.

Στις 10 η ώρα το βράδυ της ίδιας μέρας, όταν χτύπησε το σιωπητήριο, μπήκε στο θάλαμο, με τρεις χωροφύλακες, ο ανθυπασπιστής Μπουγάς Ναπολέων, ουρλιάζοντας γιατί δεν ήταν στα κρεβάτια τους.  Τον ανθυπασπιστή Μπουγά οι κρατούμενοι τον βάφτισαν «Γκαίριγκ», λόγω ομοιότητας με τον εν λόγω αρχιναζί. Συνήθως μετά το σιωπητήριο υπήρχε ελαστικότητα για μισή ώρα ώστε να ετοιμαστούν οι κρατούμενοι, να πάνε στα αποχωρητήρια κλπ. Εκείνο το βράδυ όμως αυτό δεν ίσχυσε επειδή η διοίκηση είχε προσχεδιάσει την εγκληματική ενέργεια που ακολούθησε. Τότε τον πλησίασαν ο Γληνός, ο Πορφυρογένης και ο Ιωαννίδης προσπαθώντας να του δώσουν εξηγήσεις και οι κρατούμενοι σηκώθηκαν όρθιοι μπροστά στα κρεβάτια τους. Αμέσως ο «Γκαίριγκ» βγήκε έξω και άρχισε να σφυρίζει. Αυτό ήταν το σύνθημα για να αρχίσουν οι χωροφύλακες, το τουφεκίδι, πυροβολώντας στα τυφλά μέσα στους θαλάμους τους κρατουμένων.

Όπως αποδείχτηκε, οι χωροφύλακες ήταν προετοιμασμένοι και πυροβολούσαν πρηνηδόν από την πλευρά της «Αρβανιτόστρατας». Κάποιος από τους κρατουμένους φώναξε: «μας σκοτώνουν! Κάτω όλοι!». Ξάπλωσαν όλοι κάτω και προσπαθούσαν να προφυλαχτούν. Έπεσαν 400 σφαίρες περίπου. Οι περισσότερες στον Β` θάλαμο των διανοούμενων και των στελεχών. Κάποια στιγμή ο διοικητής του στρατοπέδου μοίραρχος Βρεττέας, που όπως αποδείχτηκε ήταν ο οργανωτής της επίθεσης, διέταξε: «παύσατε πυρ».

Όταν σηκώθηκαν όλοι είδαν τον δάσκαλο Παύλο Σαυρίδη ξαπλωμένο μέσα σε μια λίμνη αίματος με το κρανίο πολτοποιημένο από τις σφαίρες. Φωνές αγανάκτησης ακούγονταν από παντού: «Αίσχος – μας σκοτώνουν – κάτω οι δολοφόνοι – κάτω η δικτατορία». 

Οι διαμαρτυρίες του Γληνού

Όταν ο μοίραρχος Βρεττέας εμφανίστηκε στο Β’ θάλαμο για να διαπιστώσει το αποτέλεσμα της δολοφονικής τους επίθεσης, ο Δημήτρης Γληνός παρουσιάστηκε μπροστά του και τον ρώτησε:

– Γιατί πυροβολήσατε και σκοτώσατε το σύντροφό μας;

– Διότι διεταράξατε την τάξιν, απάντησε σαστισμένα ο ένοχος διοικητής.

– Πώς διαταράξαμε την τάξη; Να μάς πείτε, να μάς εξηγήσετε, ρώτησε ο Γληνός.

– Φωνάζατε. Ζητούσατε πράγματα που απαγορεύονται, απάντησε πιο πολύ σαστισμένος τώρα.

– Σας ρωτώ, κύριε διοικητά, γιατί πυροβολήσατε, είπε με εντονότερο ύφος ο Γληνός.

– Μα σας απάντησα, διότι διεταράξατε την τάξιν.

– Εσείς διαταράσσετε την τάξη σε όλη την Ελλάδα και έχετε το θράσος να μιλάτε για διατάραξη της τάξης εδώ μέσα που μάς έχετε αλυσσοδεμένους; είπε ο Γληνός.

Ο διοικητής δεν απάντησε. Έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε».

Τιμές στον αδικοχαμένο Φλωρινιώτη δάσκαλο

Η δολοφονία του Παύλου Σταυρίδη μαθεύτηκε και προκάλεσε διαμαρτυρίες σε όλη την Ελλάδα. Οι αρχές διέδωσαν στο Ναύπλιο ότι οι κρατούμενοι αποπειράθηκαν να δραπετεύσουν και η φρουρά αναγκάστηκε να πυροβολήσει. Η κυβέρνηση υπό το βάρος των αντιδράσεων αντικατέστησε τον διοικητή, μοίραρχο Βρεττέα, με τον υπομοίραρχο Φωτόπουλο.

Τη σορό του Παύλου Σταυρίδη δεν τόλμησαν να την πάρουν οι χωροφύλακες, υπό το φόβο των αντιδράσεων, αλλά έστειλαν στρατιώτες με επικεφαλή αξιωματικό. Το πρωί της επομένης όλοι οι Ακροναυπλιώτες κρατούμενοι σιωπηλοί και θλιμμένοι πέρασαν από το μέρος που «ποτίστηκε» με το αίμα του Σταυρίδη και ορκίστηκαν να συνεχίσουν τον αγώνα για την πτώση του φασισμού και να εντείνουν την πάλη για τα δικαιώματα του λαού. 

Η κηδεία του Παύλου Σταυρίδη έγινε στο Ναύπλιο. Μετά από
επίμονες προσπάθειες της Ομάδας Συμβίωσης η διοίκηση επέτρεψε μόνο τρεις συντρόφους του να συνοδέψουν το νεκρό και να καταθέσουν στεφάνι στον τάφο του. Επίσης ζήτησαν και πέτυχαν να απομακρυνθούν την ώρα της τελετής οι άντρες της φρουράς του στρατοπέδου ως δολοφόνοι.

Ο Β` θάλαμος του στρατοπέδου ονομάστηκε «Θάλαμος Σταυρίδη».

Ο κρατούμενος δημοσιογράφος Νίκος Παπαπερικλής, ο «Φιλικός», αργότερα, του Ριζοσπάστη, που ήταν φίλος και συγκάτοικος του Παύλου Σταυρίδη, συγκλονίστηκε από την άνανδρη δολοφονία του και έγραψε ένα ποίημα αφιερωμένο στη μνήμη του:

«Τον αντρειωμένο μην τον κλαις»

Έγειρες και έπεσες στη γη

κι έσβησες άξιο παλικάρι.

Σα γλυκοχάραζε η αυγή,

η όψη σου ήταν ιλαρή

κάποιο χαμόγελο είχε πάρει.

Τέλειωσε η μάχη. Στη γωνιά σου

απόμειναν λίγα βιβλία.

Δυο στίχοι, μια γραμματική

― μια αιμάτινη γραμμή

κι άστραψε φως η Ακροναυπλία.

Μακεδόνικα βουνά

βίγλες πολεμικές και ρούγες

άγρια του Ίλιντεν γενιά

ο αητός σας δεν θα ’ρθεί ξανά

ο αετός με τις πλατιές φτερούγες.

Έπεσε εδώ και καρτερεί

πάνω του πήχες το χορτάρι,

μια ανθρωποθάλασσα, βαρύ

το πλήθος θάρθει να τον βρει

και τραγουδώντας να τον πάρει.

Τον αντρειωμένο μην τον κλαις

κι αν ο χαμός του σε σπαράζει

σκύψε, αφουγκράσου κι άκουσε:

Μέσα σ’ αμέτρητες καρδιές,

αυτός δεν πέθανε ποτές,

δείχνει ένα δρόμο και προστάζει.

Στο πολιτικό μνημόσυνο που έγινε στην Ακροναυπλία στις 30/8/1942, ο Ζήσης Ζωγράφος από το Βογατσικό της Καστοριάς είπε μεταξύ άλλων: «Στέγνωσαν τα δάκρυα στα μάτια και φούσκωσε στα στήθη μας το μίσος, η οργή, το ακατανίκητο πάθος της εκδίκησης. Κι από τα τρίσβαθα της ψυχής μας βγήκε η απόφαση: τύραννοι το κάστρο τούτο δεν θα συνθηκολογήσει, δεν θα προδώσει, δεν θα πέσει όσο εμείς είμαστε ζωντανοί». [6],[7],[8]

 Και, πραγματικά, οι Κομμουνιστές Ακροναυπλιώτες τήρησαν αυτή τους την απόφαση και με το παραπάνω.

Η μνήμη του Παύλου Σταυρίδη πρέπει να βρει τη θέση της και στην ιδιαίτερη πατρίδα του.

Κοζάνη 30/8/2026

Στέφανος Πράσσος

«Αριστερή Συμπόρευση για την ΑΝΑΤΡΟΠΗ στη Δυτική Μακεδονία»

ΠΗΓΕΣ

[1] Μπαρτζιώτας Βασίλης: «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία» Αθήνα 1986. Εκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ»  Δ` Έκδοση, (σελ.35)

[2] Περιοδικό «ΑΝΤΙ» (4ο Τεύχος σελίδα 11)

[3] Φλούντζης Ι. Αντώνης: «1937-1943 Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Αθήνα 1979 Εκδόσεις Θεμέλιο (σελ. 71 έως 80)

[4] Καμαρινού Α. Κυριακή: «ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ, Ο αγώνας για τη μόρφωση στις φυλακές και στις εξορίες 1924-1974».  Αθήνα 2005. Εκδόσεις  ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

[5] Μπαρτζιώτας Βασίλης: «Κι άστραψε φως η Ακροναυπλία» Αθήνα 1986. Εκδόσεις «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ»  Δ` Έκδοση, (σελ.33-34)

[6] Φλούντζης Ι. Αντώνης: «1937-1943 Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Αθήνα 1979 Εκδόσεις Θεμέλιο (σελ. 71 έως 80)

[7] Αντωνάτος Γεράσιμος: «Στην Ακροναυπλία» Αθήνα 1966. Εκδόσεις Ο.Δ.Ε.Β (σελ. 40-41)

[8] Γιαννόγκωνας Βασίλης: «ΑΚΡΟΝΑΥΛΙΑ» Αθήνα 1963. Εκδόσεις ΔΙΡΦΟΣ (σελ. 15-16)

3008 5