«Νοσοκομείο Σωτηρία»
--------------
Ύστερα απ’ τη συνθηκολόγηση του Ελληνικού Στρατού (18.4.41), 15.000 ανάπηροι του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού μετώπου συρρέουν στα νοσοκομεία της Αθήνας. Μαζί με υγειονομικούς υπαλλήλους και άλλους ασθενείς οργανώνονται ανά νοσοκομείο και συστήνουν παννοσοκομειακή επιτροπή. Παίρνουν τον έλεγχο των τροφίμων και των φαρμάκων απ’ τους εγκάθετους αξιωματικούς της δωσίλογης κυβέρνησης, αναλαμβάνουν δράσεις για τη βελτίωση των συνθηκών περίθαλψης και συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις.
Την 28η Οκτωβρίου του ’41 επιχειρούν να καταθέσουν στεφάνι στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη κάτω απ’ τις κάννες των ιταλικών όπλων. Στις 8 Ιανουαρίου του ’42 μπαίνουν στα γραφεία των Τσολάκογλου-Μπάκου διεκδικώντας καλύτερη σίτιση και περίθαλψη και στις 26 του ίδιου μήνα πρωτοστατούν σε πορεία προς τις αποθήκες της Επιτροπής διανομών Τροφίμων του διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Στις 25 Μαρτίου του ’42 στεφανώνουν μαζί με φοιτητές τον ανδριάντα του Ρήγα Φεραίου και του Εμμανουήλ Ξάνθου, έναν χρόνο μετά, στις 3 Μαρτίου του ’43, συμμετέχουν στη διαδήλωση ενάντια στην επιστράτευση Ελλήνων για τις ναζιστικές ανάγκες του ανατολικού μετώπου και στις 22 Ιουλίου παίρνουν μέρος στην κινητοποίηση ενάντια στην επέκταση της βουλγαρικής κατοχής στην Κεντρική Μακεδονία.
30 Νοεμβρίου του 1943, τάγματα ασφαλείας και μονάδες των Ες-Ες υπό την ηγεσία του Στυλιανού Γονατά και την καθοδήγηση του γκεσταπίτη Φον Στρόοπ εισβάλλουν σε δεκαεννιά νοσοκομεία της Αθήνας, ανάμεσά τους και στο Σωτηρία. Χρησιμοποιώντας ξιφολόγχες και υποκόπανους ακινητοποιούν τους ανάπηρους, τους φορτώνουν σε καμιόνια και τους μεταφέρουν στις Φυλακές Χαϊδαρίου και Χατζηκώστα. «θα σας εξοντώσουμε όλους, γιατί είσαστε Εαμίτες», απειλεί ο Γονατάς, «κηφήνες» και «αναρχικούς» τους αποκαλεί ο Ράλλης, πρωθυπουργός της δοτής κυβέρνησης, ενώ ο κατοχικός Τύπος κάνει λόγο για «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» με στόχο την εκδίωξη των μαυραγοριτών απ’ τα νοσοκομεία.
Τη νύχτα της 30ήςΝοεμβρίου, 283 απ’ τους συλληφθέντες εκτελούνται στον χώρο των φυλακών. Η μνήμη τους τιμάται στον Αττικό Τύμβο, το μνημείο που έχει ανεγερθεί μέσα στον περίβολο του Σωτηρία.
🔘
Δεν ξέρω αν η εκτέλεση έγινε σε κλειστό ή ανοιχτό χώρο, δεν υπάρχει πληροφορία για την ακριβή ώρα, δεν έχω βρει κάτι για το εκτελεστικό απόσπασμα, αγνοώ αν δόθηκε στους μελλοθάνατους η ευκαιρία να καπνίσουν ένα τσιγάρο ή, να πουν μια τελευταία λέξη – κι ούτε είναι αυτά πουμ’ ενδιαφέρουν.
Μένω στην ιστορική διαστροφή του πράγματος, σ’ εκείνη την εικόνα με τους ανάπηρους να οδηγούνται σε ομάδες των δέκα ή των είκοσι και των τριάντα προς εκτέλεση, και τους στρατιώτες του αποσπάσματος να σηκώνουν τα όπλα.
Τους φαντάζομαι με κομμένα άνω ή κάτω άκρα, μπαστούνια, πατερίτσες, τεχνητά μέλη, τον έναν δίπλα στον άλλο σε ακανόνιστη παράταξη, έτσι που κάποιες κάννες να κοιτούν ευθεία, κάποιες να χαμηλώνουν λίγο και κάποιες να σημαδεύουν ακόμα πιο χαμηλά, σχεδόν στο χώμα.
Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτη μαρτυρία, τη στιγμή που πατούσαν οι στρατιώτες τη σκανδάλη, οι ανάπηροι σήκωσαν στα χέρια τα τεχνητά τους μέλη και φώναζαν ΑΕΡΑ...
2
Το σώμα δεν είναι μόνο σώμα· είναι αλάνες και πλατείες, αμφιθέατρα, ακρογιαλιές, απόκρημνες βουνοκορφές, όνειρα και αναμνήσεις, μεροκάματα, σπασμοί και αγκομαχητά, χαρές, πληγές, ταξίδια, φθορά και θάνατος.
Το σώμα είναι πολλά σώματα· είναι ο Μάκης, η Ντίνα, ο Γιώργος και ο Νίκος, η Αντωνία, ο Σπύρος, η Δέσποινα και η Ελένη, η Ιωάννα, ο Λευτέρης, η Αγγελική, η Αντιγόνη, η Μαρία και ο Κώστας, η Βάσω, ο Στέργιος, η Ελπίδα, η Εύη και ο Βαγγέλης.
Το σώμα δεν είναι σώμα μου· είναι του πατέρα και της μάνας, της συζύγου, του εργοδότη, της εκκλησίας και της κοινωνίας, της μόδας, της αστυνομίας, του στρατού, της εξουσίας, των γιατρών, του ιερέα και του νεκροθάφτη.

🔘
Το σώμα είναι πινάκιο φακής προς άγραν νέων βιβλικών κειμένων.
3
Ο οίκος προβάλλει το βιβλίο με το εξής κείμενο που βρίσκεται και στο οπισθόφυλλό του:
Ο Μωυσής Παναγιωτίδης, βιβλιοπώλης και συγγραφέας, αφηγείται και γράφει, νοσηλευόμενος σε θάλαμο του νοσοκομείου Σωτηρία. Οι προσωπικές αναμνήσεις και οι στοχαστικές –συχνά ευτράπελες και σαρκαστικές– καταγραφές του, που προσπαθούν να ξορκίσουν το φάσμα του θανάτου, εναλλάσσονται με τεκμήρια, σκόρπιες σημειώσεις και μυθοπλαστικές απόπειρες. Το σχέδιο ενός βιβλίου για τη Μαρία Πολυδούρη και τη Φιλησία Στάθη-Πουλιοπούλου όλο ξεστρατίζει· τα ανεπούλωτα τραύματα και τα φαντάσματα της προσωπικής ιστορίας συναντούν την ιστορία του νοσοκομείου, σκηνικό δραματικών γεγονότων που σφράγισαν την Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας: από την κοινωνική απομόνωση των στιγματισμένων φυματικών στις αυτοσχέδιες παραγκουπόλεις, ώς τις αντιστασιακές δράσεις επί Κατοχής και τις πολιτικές εκτελέσεις στον περίβολό του. Ένα θρυμματισμένο μυθιστόρημα-ψηφιδωτό για την ασθένεια και τη γραφή, την απώλεια που δεν ξεπερνιέται και την πατρότητα που δοκιμάζεται, τις πληγές που αφήνει η Ιστορία και τη μνήμη που παραμένει καταφύγιο απέναντι στη λήθη. «Δεν ξέρω άλλο χώρο που να συμπυκνώνει τόσες σιωπές, τόσες κραυγές, τόσους αγώνες, τόσες ελπίδες και τόσες διαψεύσεις από τούτο το νοσοκομείο· εδώ η πρόσφατη ιστορία του τόπου αποτυπωμένη στα παλιά κτίρια, στο τοιχίο των εκτελέσεων, στο ρέμα που χώριζε τους αριστερούς απ’ τους εθνικόφρονες, στον πευκώνα που φιλοξενούσε τεκέδες και οίκους ανοχής, στους θαλάμους με τους φθισικούς που πέθαιναν σαν τις μύγες, και, κυρίως, στις δεκάδες βαλίτσες με τα μπογαλάκια και την αλληλογραφία των αζήτητων νεκρών και λοιπών ασθενών, που ανακαλύφθηκαν κρυμμένες σ’ έναν τοίχο». «Θα μπορούσα, επίσης, να συνεχίσω την έρευνά μου στα αρχεία του Σωτηρία, στη βιβλιοθήκη και στο μουσείο, με την ελπίδα να βρω πληροφορίες για τον παππού Μωυσή. Να τον ανασύρω απ’ τ’ αζήτητα της οικογενειακής μνήμης, να δώσω μια εικόνα στη μορφή και μια ιστορία στη ζωή του. […] Δεν μ’ ενδιαφέρει τόσο η εξορία, ούτε η δήλωση μετανοίας, ούτε η περίθαλψή του στο Σωτηρία, ούτε ο εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο και στη Λέρο. Μόνο τι χρώμα είχαν τα μάτια του, αν ψεύδιζε έστω κι ελάχιστα, όπως εγώ, στο «σ», αν έστρεφε το βλέμμα του στον ουρανό τα βράδια, και τι ένιωθε όταν έβλεπε τη θάλασσα να φουρτουνιάζει». «Μην ακούς τις ψεύτικες τις λέξεις, τις ξελογιάστρες, τις μαριόλες. Ένα ψέμα είναι που το λένε Σωτηρία. Δεν υπάρχει σωτηρία στο Σωτηρία. Ούτε ελπίδα ούτε έλεος. Εδώ μόνο ο θάνατος μας ελεεί»

