
Εκδήλωση της ΚΟ Δυτ. Μακεδονίας του ΚΚΕ: Με τον «μονόδρομο» των θυσιών για τα κέρδη ή με το ΚΚΕ για την ανατροπή και τον Σοσιαλισμό;
Από την Κοζάνη ξεκίνησε ο κύκλος των εκδηλώσεων που πραγματοποιούν οι Οργανώσεις του ΚΚΕ σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας για την πρόταση διεξόδου του Κόμματος. Αποτέλεσε την αφετηρία του κύκλου εκδηλώσεων στις οποίες καλούν οι Οργανώσεις Περιοχής του Κόμματος σε όλη τη χώρα, με κεντρικό θέμα «Από την Ελλάδα της ακρίβειας και της πολεμικής εμπλοκής, στην Ελλάδα της λαϊκής ευημερίας. Η πρόταση διεξόδου του ΚΚΕ, ο δρόμος της ανατροπής».
Η εκδήλωση, την οποία οργάνωσε η ΚΟ Δυτικής Μακεδονίας του ΚΚΕ τη Τετάρτη 21 Οκτώβρη στη Στέγη Ποντιακού Πολιτισμού στην Κοζάνη, παρουσία πλήθους κόσμου, επικεντρώθηκε στο πραγματικό δίλημμα που βρίσκεται μπροστά στον λαό της Δυτικής Μακεδονίας, ανάμεσα στον «μονόδρομο» των θυσιών για τα κέρδη και στον δρόμο της ανατροπής, με το ΚΚΕ για τον σοσιαλισμό.
Την εισαγωγική ομιλία έκανε η Θεανώ Καπέτη, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, και την κεντρική ο Γρηγόρης Λιονής, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ και υπεύθυνος του Τμήματος Οικονομίας της ΚΕ.
Ακολούθησαν παρεμβάσεις από τον Δήμο Τσούρο, επίκουρο καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας και μέλος της Επιτροπής Περιοχής Δυτ. Μακεδονίας του ΚΚΕ, για τις νέες τεχνολογίες και την επιστημονική έρευνα. Toν Νίκο Γεωργακόπουλο, μέλος του Γραφείου Περιοχής Δυτ. Μακεδονίας του ΚΚΕ και του ΔΣ της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ, για την Ενέργεια και τη θέρμανση ως κοινωνικά αγαθά. Tον Σούλη Αϊβαζίδη, πρόεδρο του Αγροτικού Συλλόγου Ανατολικής Εορδαίας και Νότιας Λεκάνης Βεγορίτιδας και στέλεχος του ΚΚΕ, για την αγροτική παραγωγή που θα εξασφαλίζει φτηνή και ποιοτική διατροφή. Tην Τίνα Κουζιάκη, δημοτική σύμβουλο με τη «Λαϊκή Συσπείρωση» στην Κοζάνη και μέλος του Γραφείου Περιοχής Δυτ. Μακεδονίας του ΚΚΕ, για την ικανοποίηση των σύγχρονων αναγκών.
Στην εισαγωγική ομιλία η Θ. Καπέτη σημείωσε:
«Με τη σημερινή μας εκδήλωση εδώ στη Δυτική Μακεδονία ανοίγουμε έναν κύκλο αντίστοιχων περιφερειακών εκδηλώσεων σε όλη τη χώρα. Θέτουμε στο επίκεντρο της συζήτησης την πολιτική πρόταση του ΚΚΕ, τον άλλο δρόμο ανάπτυξης για την ελληνική κοινωνία. (...)
Απευθυνόμαστε στους εργαζόμενους και στη νεολαία με εμπιστοσύνη, θέτοντας την ανάγκη συμπόρευσης με το ΚΚΕ στον δρόμο της αντικαπιταλιστικής πάλης και ανατροπής. Γιατί σήμερα κάθε εργαζόμενος και νέος άνθρωπος μπορεί να σκεφτεί τι πραγματικά φταίει για όσα ζούμε, μπορεί να αμφισβητήσει το σύστημα του καπιταλιστικού κέρδους και του ιμπεριαλιστικού πολέμου, να αγωνιστεί, να μην πέσει στις παγίδες της αναμονής κάποιας δήθεν φιλολαϊκής κυβέρνησης, μιας "δίκαιης διαχείρισης της αδικίας" ή μιας "έντιμης διαχείρισης της ανεντιμότητας". Μπορεί να αντιληφθεί τις οικονομικές - πολιτικές προϋποθέσεις μιας άλλης κοινωνίας, του σοσιαλισμού, μιας άλλης ζωής, όπου θα ικανοποιούνται οι σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες με βάση τις υλικές δυνατότητες της εποχής μας.
Είναι γεγονός ότι η αγανάκτηση, ο προβληματισμός του λαού της Δυτικής Μακεδονίας για τις συνέπειες της "πράσινης μετάβασης" - απολιγνιτοποίησης στη ζωή του είναι ιδιαίτερα έντονος. Η αλήθεια είναι ότι η προώθηση της "πράσινης μετάβασης" από όλες διαδοχικά τις κυβερνήσεις - με τη ΝΔ να επιταχύνει στην κατεύθυνση αυτή - είχε ως χαμένο τον λαό της Δυτικής Μακεδονίας και ως κερδισμένους τους επιχειρηματικούς ομίλους της Ενέργειας και των Κατασκευών, που είδαν τα κέρδη τους να εκτοξεύονται. (...)
Η χώρα είναι μπλεγμένη σε ένα κουβάρι οικονομικών, ενεργειακών, στρατιωτικών ανταγωνισμών για λογαριασμό της ελληνικής αστικής τάξης, η οποία προσδοκά μερίδιο από τη λεία του πολέμου. Αυτήν την εμπλοκή την πληρώνει ο λαός με νέες θυσίες για λογαριασμό του μεγάλου κεφαλαίου, το οποίο βλέπει "ευκαιρίες" κερδοφορίας ακόμα και από την καταστροφή του πολέμου.
Το "νέο παραγωγικό μοντέλο" που προωθούν τα αστικά επιτελεία δεν είναι παρά η συνέχεια της ίδιας πολιτικής με άλλο περιτύλιγμα: Δημόσιο χρήμα, γη, Ενέργεια και υποδομές στην υπηρεσία των επενδυτικών σχεδίων του κεφαλαίου, και για τον λαό ανεργία, ανασφάλεια, ακριβή Ενέργεια, εμπορευματοποιημένη Υγεία και Παιδεία. (...)
Οι επενδύσεις και τα κέρδη που αυτές φέρνουν στους επενδυτές χτίζονται πάνω στην άγρια εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, στο χτύπημα εργασιακών δικαιωμάτων (κατάργηση Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, 13 ώρες δουλειά, απλήρωτες υπερωρίες, "διευθέτηση" εργάσιμου χρόνου, "απελευθέρωση" απολύσεων, ελλιπή μέτρα υγείας και ασφάλειας κ.ά.) που έχουν νομοθετήσει διαδοχικά όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, υλοποιώντας και κατευθύνσεις της ΕΕ. Χτίζονται επίσης με "ζεστό" χρήμα που δίνεται στους επιχειρηματικούς ομίλους από τα κρατικά ταμεία και το οποίο προέρχεται από τη μεγάλη φοροληστεία του λαού, ενώ ακόμα και η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών και της καινοτομίας στο σημερινό καπιταλιστικό πλαίσιο γίνεται όχι για τη βελτίωση της θέσης του λαού, αλλά για να αυξηθούν τα κέρδη του κεφαλαίου.
Στον αντίποδα βρίσκεται μόνο το ΚΚΕ, που με το ανατρεπτικό του Πρόγραμμα θέτει στο επίκεντρο την ολόπλευρη κάλυψη των σύγχρονων λαϊκών αναγκών. Το δίλημμα είναι αμείλικτο: 'Η τα κέρδη τους ή οι ζωές μας. Για να κερδίσει ο λαός και την παραμικρή ανάσα ανακούφισης, πρέπει να χάσει το κεφάλαιο. Πόσο μάλλον για να μπορέσει να ζήσει με βάση τις δυνατότητες της σύγχρονης εποχής, το επίπεδο ανάπτυξης της επιστήμης και της τεχνολογίας, πρέπει να ξεμπερδεύει με το σύστημα του κέρδους, τον καπιταλισμό. Μπορεί και πρέπει να βαδίσει τον δρόμο της αντεπίθεσης, της σύγκρουσης και της ανατροπής της αστικής εξουσίας. (...)”
Γρ. Λιονής: Η Δυτική Μακεδονία αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης
Τη Δυτική Μακεδονία ως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα των αντιφάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης ανέδειξε στην κεντρική ομιλία του ο Γρηγόρης Λιονής.
Από τη μια ανοίγουν νέα πεδία κερδοφορίας, προχωρούν μεγάλες επενδύσεις και σχεδιάζονται νέες υποδομές. Από την άλλη, για τον λαό της περιοχής μεγαλώνουν η ανασφάλεια, η ακρίβεια και η ανεργία, ενώ απαξιώνονται παραγωγικές δυνάμεις και υποδομές που θα μπορούσαν να υπηρετούν τις δικές του ανάγκες.
«Και αυτή είναι η πραγματική αντίφαση», τόνισε, καθώς ο πλούτος και οι παραγωγικές δυνατότητες όχι μόνο δεν οδηγούν αυτόματα σε βελτίωση της ζωής των εργαζομένων, αλλά, όταν η ανάπτυξη έχει κριτήριο το κέρδος, συμβαίνει το αντίθετο. Χαρακτήρισε μάλιστα εμβληματική εικόνα της «πράσινης ανάπτυξης» την ίδια την καταστροφή και απαξίωση λιγνιτικών υποδομών, για να δημιουργηθεί χώρος για νέες επενδύσεις, ΑΠΕ και data centers.
Οπως σημείωσε, για να κατανοήσει κανείς την πραγματική σημασία της «πράσινης μετάβασης» πρέπει να θέσει ένα απλό ερώτημα: Ποιος ωφελείται; Πίσω από αυτήν βρίσκονται τεράστια οικονομικά συμφέροντα, επιχειρηματικοί όμιλοι με επενδύσεις δισεκατομμυρίων, κράτη που αναδιατάσσουν τις ενεργειακές στρατηγικές τους και κεφάλαια που αναζητούν νέες κερδοφόρες διεξόδους.
Πρόκειται, όπως εξήγησε, όχι για μια ουδέτερη τεχνολογική αλλαγή αλλά για διαδικασία απαξίωσης παραγωγικών δυνάμεων και ταυτόχρονα δημιουργίας νέων πεδίων τοποθέτησης κεφαλαίων. «Φυσικά δεν χάνουν όλοι από αυτή τη μετάβαση», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι η μεγάλη αύξηση του κόστους της Ενέργειας αποτελεί την άλλη όψη των τεράστιων κερδών των ενεργειακών ομίλων, των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στις ΑΠΕ, των ομίλων μεταφοράς LNG και των προμηθευτών εισαγόμενων καυσίμων.
Ομως η καθημερινότητα του λαού διαψεύδει τις υποσχέσεις. Οικογένειες δυσκολεύονται να ζεστάνουν τα σπίτια τους, πληρώνοντας πανάκριβα πετρέλαιο και ηλεκτρικό ρεύμα σε μια περιοχή που επί δεκαετίες τροφοδοτούσε ενεργειακά ολόκληρη τη χώρα. «Είναι κυριολεκτικά αστείο να κρυώνεις ενώ βρίσκεσαι πάνω σε ένα βουνό από λιγνίτη», σχολίασε χαρακτηριστικά.
Το «χρυσό παιδί» των data centers
Ιδιαίτερα στάθηκε στη μεγάλη επένδυση για data center, που παρουσιάζεται ως το «χρυσό παιδί» της νέας ανάπτυξης. Οπως επισήμανε, το συνολικό ύψος μιας επένδυσης δεν πρέπει να συγχέεται με το πραγματικό οικονομικό αποτύπωμά της στην περιοχή ούτε με τον αριθμό των θέσεων εργασίας που δημιουργεί.
Ενα μεγάλο τμήμα των ποσών που ανακοινώνονται αφορά εξοπλισμό και υποδομές, ενώ κατά τη μόνιμη λειτουργία οι θέσεις εργασίας είναι πολύ περιορισμένες σε σχέση με τις προσδοκίες που καλλιεργούνται. Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ενεργειακή πλευρά. Ενα data center ισχύος 300 MW απαιτεί περίπου 2,5 δισ. κιλοβατώρες Ενέργειας τον χρόνο, γεγονός που κάνει την τιμή της ηλεκτρικής Ενέργειας καθοριστικό παράγοντα για την κερδοφορία του.
Και εδώ, τόνισε, αποκαλύπτεται η ταξική αντίθεση: Για τον λαό το ρεύμα παραμένει πανάκριβο, τα νοικοκυριά καλούνται να κάνουν «οικονομία», ενώ για τέτοιες επενδύσεις αναζητούνται ειδικές διευκολύνσεις, χωριστές ενεργειακές υποδομές και προνομιακοί όροι τροφοδοσίας.
Ο Γρ. Λιονής ξεκαθάρισε ότι το ΚΚΕ δεν αμφισβητεί τις τεράστιες δυνατότητες της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι νέες τεχνολογίες μπορούν να αυξήσουν θεαματικά την παραγωγικότητα, να μειώσουν τον αναγκαίο εργάσιμο χρόνο και να βοηθήσουν στην επίλυση σύνθετων κοινωνικών προβλημάτων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος τις ελέγχει και για ποιον αξιοποιούνται. Στον καπιταλισμό η αύξηση της παραγωγικότητας δεν σημαίνει αυτόματα λιγότερες ώρες εργασίας, καλύτερους μισθούς και περισσότερη ασφάλεια. Αντίθετα, το αποτέλεσμα για τους εργαζόμενους είναι συχνά εντατικοποίηση, ανεργία και μεγαλύτερη εκμετάλλευση.
Παράλληλα, οι ίδιες τεχνολογίες αξιοποιούνται για κρατική παρακολούθηση, καταστολή και πολεμικούς σκοπούς.Ιδιαίτερα για τα data centers επισήμανε ότι αποτελούν κρίσιμη υποδομή για σύγχρονα στρατιωτικά συστήματα, γεγονός που σημαίνει ότι η ανάπτυξή τους στη Δυτική Μακεδονία τη δένει βαθύτερα στους ΝΑΤΟικούς σχεδιασμούς και τη βάζει ταυτόχρονα στον χάρτη πιθανών στόχων σε περίπτωση πολεμικής αναμέτρησης.
«Το δίλημμα βούτυρο ή κανόνια επανέρχεται», είπε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι η απάντηση που δίνουν τα αστικά κράτη είναι «κανόνια». Δισεκατομμύρια κατευθύνονται στην πολεμική οικονομία, ενώ ταυτόχρονα περιορίζονται κοινωνικές δαπάνες και νέες θυσίες απαιτούνται από τους εργαζόμενους.
Αντέκρουσε επίσης την άποψη ότι το πρόβλημα μπορεί να λυθεί απλώς με ένα διαφορετικό μείγμα διαχείρισης, με περισσότερο κρατικό χρήμα για κοινωνικές δαπάνες και λιγότερο για εξοπλισμούς και πολεμικές ανάγκες. Οπως εξήγησε, όσο η οικονομία λειτουργεί με κριτήριο την κερδοφορία του κεφαλαίου, το κράτος και οι κυβερνήσεις, όποιον τρόπο διαχείρισης κι αν επιλέγουν, υπηρετούν τελικά τις ίδιες ανάγκες: Τη στήριξη των επιχειρηματικών ομίλων και τη διασφάλιση των όρων για την κερδοφορία τους. Μπορεί λοιπόν να αλλάζουν οι προτεραιότητες, οι ρυθμοί ή το μείγμα της πολιτικής, όχι όμως ο βασικός προσανατολισμός ούτε το αποτέλεσμα για τους εργαζόμενους.
Οι δυνατότητες υπάρχουν – Το ζήτημα είναι σε ποιανού τα χέρια βρίσκονται
Στον αντίποδα, ανέπτυξε την πρόταση του ΚΚΕ για κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό και εργατικό έλεγχο. Μόνο έτσι, σημείωσε, ο ενεργειακός σχεδιασμός μπορεί να καθορίζεται από την ανάγκη για επαρκή και φθηνή Ενέργεια για τον λαό και τη βιομηχανική παραγωγή, αξιοποιώντας όλες τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας. Η Υγεία και η Παιδεία θα σχεδιάζονται όχι με κριτήριο το «κόστος», αλλά την πλήρη κάλυψη των σύγχρονων αναγκών με προσωπικό, υποδομές και εξοπλισμό.
Η αγροτική παραγωγή θα μπορεί να συνδέεται οργανωμένα με τη βιομηχανία και τις διατροφικές ανάγκες του πληθυσμού. Οι νέες τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη, αντί να υπηρετούν την αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρηματικών ομίλων, μπορούν να αξιοποιηθούν για την αύξηση της παραγωγικότητας και τη δραστική μείωση του εργάσιμου χρόνου. Αυτή η προοπτική, τόνισε, συνδέεται με την καθημερινή πάλη για φθηνή Ενέργεια, αυξήσεις στους μισθούς, μέτρα ενάντια στην ακρίβεια, δημόσια Υγεία και Παιδεία και απεμπλοκή από τους ΝΑΤΟικούς σχεδιασμούς.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι η Δυτική Μακεδονία αποκαλύπτει με τον πιο καθαρό τρόπο το πραγματικό δίλημμα. Δεν είναι αν θα υπάρξουν επενδύσεις ή αν θα αξιοποιηθούν νέες τεχνολογίες. Είναι ποιος θα κατέχει τον πλούτο, ποιος θα αποφασίζει για την ανάπτυξη και ποιες ανάγκες θα υπηρετεί. Απέναντι σε μια οικονομία που μετατρέπει σε εμπόρευμα την Ενέργεια, την Υγεία, την Παιδεία, την επιστήμη και την εργασία, το ΚΚΕ, τόνισε, απαντά ότι «υπάρχει άλλος δρόμος»: Ο δρόμος της κοινωνικοποίησης, του επιστημονικού κεντρικού σχεδιασμού, της εργατικής εξουσίας και του σοσιαλισμού.
Ν. Γεωργακόπουλος: «Σε μια περιοχή που έδινε ρεύμα σε όλη τη χώρα, ο λαός αγωνιά πώς θα ζεσταθεί»
Στις άμεσες συνέπειες της απολιγνιτοποίησης στη ζωή του λαού της Δυτικής Μακεδονίας στάθηκε ο Νίκος Γεωργακόπουλος, αναδεικνύοντας την αντίφαση μιας περιοχής που για δεκαετίες τροφοδοτούσε ενεργειακά όλη τη χώρα και σήμερα βλέπει την ίδια την κάλυψη της ανάγκης για θέρμανση να μετατρέπεται σε μεγάλο πρόβλημα.
Οπως τόνισε, η απολιγνιτοποίηση δεν σημαίνει απλώς «αλλαγή παραγωγικού μοντέλου», αλλά καταστροφή και ακύρωση παραγωγικών δυνατοτήτων. Εφερε χαρακτηριστικά τα παραδείγματα της «Πτολεμαΐδας 5», του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου και του ΑΗΣ Μελίτης, σημειώνοντας ότι ο σχεδιασμός της αστικής τάξης δυσκολεύει ακόμη και μια μελλοντική επαναλειτουργία τους.
Υπενθύμισε μάλιστα την παραδοχή του πρωθυπουργού ότι το κλείσιμο ΑΗΣ και ορυχείων «μας το επέβαλε η αγορά», ως απόδειξη ότι κριτήριο δεν είναι οι ενεργειακές και κοινωνικές ανάγκες της περιοχής αλλά η κερδοφορία των ομίλων. Το αποτέλεσμα γίνεται ιδιαίτερα αισθητό στην Κοζάνη και την Πτολεμαΐδα.
«Σε κάθε σπίτι και γειτονιά, σε κάθε χώρο δουλειάς, σε κάθε μαγαζί και χωράφι, στη νεολαία ένα είναι το βασικό θέμα: Πώς θα βγει αυτός ο χειμώνας;», σημείωσε. Το κλείσιμο των μονάδων που τροφοδοτούσαν τις τηλεθερμάνσεις έχει οδηγήσει στη χρήση πετρελαίου στην Κοζάνη και ηλεκτρικής Ενέργειας στην Πτολεμαΐδα, εκτοξεύοντας το κόστος. Παράλληλα, η παλαιότητα και η ελλιπής συντήρηση των δικτύων προκαλούν συνεχείς βλάβες.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν απέναντι στη σύσταση της διοίκησης της ΔΕΥΑΚ προς τους κατοίκους να διαθέτουν «εναλλακτική πηγή θέρμανσης», επισημαίνοντας ότι τον 21ο αιώνα οι επιστημονικές και παραγωγικές δυνατότητες μπορούν να εξασφαλίζουν θέρμανση για όλους.
Στάθηκε στις πρωτοβουλίες σωματείων και φορέων ώστε να μη μείνει κανένα σπίτι χωρίς θέρμανση και στις διεκδικήσεις για κατάργηση ΕΦΚ και ΦΠΑ σε καύσιμα και ρεύμα, πλαφόν στην τιμή του πετρελαίου και στα κέρδη ενεργειακών ομίλων και διυλιστηρίων και γενναία αύξηση του επιδόματος θέρμανσης για όλες τις οικογένειες της Δυτικής Μακεδονίας.
Και ακριβώς μέσα από αυτή την πείρα συνέδεσε την πρόταση του ΚΚΕ: Η «Πτολεμαΐδα 5» δεν θα αντιμετωπιζόταν ως ένα «περιουσιακό στοιχείο» που κλείνει ή λειτουργεί ανάλογα με το ποσοστό κέρδους, αλλά ως τμήμα ενός ενιαίου κοινωνικού σχεδιασμού που θα συνυπολογίζει τις εγχώριες πηγές, τις δυνατότητες του δικτύου, τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και πρώτα απ' όλα την ανάγκη για επαρκή και φθηνή Ενέργεια.
Δ. Τσούρος: Από τον λιγνίτη στα data centers, ξανά με κριτήριο το κέρδος
Στο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της «νέας εποχής» που υπόσχονται κυβέρνηση και ΔΕΗ για τη Δυτική Μακεδονία επικεντρώθηκε ο Δήμος Τσούρος: Στο μεγάλο data center των 300 MW στον Αγιο Δημήτριο και συνολικά στους σχεδιασμούς γύρω από τις ψηφιακές υποδομές και την τεχνητή νοημοσύνη.
Η επιλογή της περιοχής, σημείωσε, κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Η Δυτική Μακεδονία διαθέτει έτοιμο ηλεκτρικό δίκτυο, τεράστιες εκτάσεις στα πρώην ορυχεία, οπτικές ίνες, το νερό της λίμνης Πολυφύτου και τις υποδομές ψύξης που δημιουργήθηκαν στη λιγνιτική περίοδο, ενώ για πολλούς από αυτούς τους σχεδιασμούς εξασφαλίζεται και δημόσια χρηματοδότηση. «Ουσιαστικά, το κεφάλαιο παίρνει έτοιμο ό,τι έφτιαξε και πλήρωσε ο λαός της περιοχής επί δεκαετίες», σημείωσε.
Ετσι, η Δυτική Μακεδονία μπορεί να αλλάζει μορφή, όμως παραμένει ενεργειακό κέντρο με κριτήριο ξανά τις ανάγκες των επιχειρηματικών ομίλων. Μόνο στην πρώτη φάση, ανέφερε, το data center θα καταναλώνει έως και το 4% του ηλεκτρικού ρεύματος ολόκληρης της χώρας, δεσμευμένο για χρόνια στις ανάγκες ενός μονοπωλίου.
Αντίστοιχα έθεσε το ζήτημα του νερού. Η ψύξη της εγκατάστασης συνδέεται με τη λίμνη Πολυφύτου και, ιδιαίτερα εφόσον προχωρήσει η επέκταση της ισχύος, το ερώτημα ποιος θα έχει προτεραιότητα — η ύδρευση και η άρδευση ή οι ανάγκες του data center — δεν είναι καθόλου θεωρητικό.
Και όλα αυτά, πρόσθεσε, δεν συνοδεύονται από τις «χιλιάδες θέσεις εργασίας» που μπορεί να υπονοεί το ύψος μιας επένδυσης δισεκατομμυρίων. Οι μόνιμες θέσεις προβλέπονται λίγες εκατοντάδες, αρκετές μέσω εργολάβων και με ελαστικές σχέσεις, ενώ ο πλούτος που θα παράγεται από την Ενέργεια, το νερό και την εργασία στην περιοχή θα καταλήγει στα κέρδη της ΔΕΗ AE και της Amazon. «Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της "μεγάλης επιστροφής"», τόνισε.
Ξεχωριστή πλευρά της παρέμβασής του αποτέλεσε η στρατιωτική σημασία των υποδομών αυτών. Τα data centers, σημείωσε, δεν είναι απλώς πολιτικές υποδομές που κάποτε μπορεί να αποκτήσουν στρατιωτική χρήση. Αποτελούν ήδη κρίσιμο κομμάτι της σύγχρονης πολεμικής μηχανής, ενώ η Amazon είναι βασικός πάροχος του αμερικανικού Πενταγώνου.
Ετσι, ο Αγιος Δημήτριος δεν μετατρέπεται μόνο σε κόμβο μιας μεγάλης ψηφιακής επένδυσης. Η περιοχή δένεται βαθύτερα στους αμερικανοΝΑΤΟικούς σχεδιασμούς και ταυτόχρονα προστίθεται στον χάρτη πιθανών στόχων σε συνθήκες πολεμικής σύγκρουσης.
Αντίστοιχα έθεσε και το ζήτημα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, όπου σχεδιάζονται data center και υπερυπολογιστής στη ΖΕΠ. Το δίλημμα, τόνισε, δεν μπορεί να είναι είτε ένα υποχρηματοδοτούμενο περιφερειακό Πανεπιστήμιο που μαραζώνει είτε ένα μεγάλο Πανεπιστήμιο βαθύτερα ενταγμένο στους σχεδιασμούς των επιχειρηματικών ομίλων και της πολεμικής οικονομίας.
«Το πραγματικό ερώτημα είναι στην υπηρεσία ποιανού μπαίνει η γνώση και η επιστήμη». Και ακριβώς από τη Δυτική Μακεδονία, με τις τεράστιες ενεργειακές και τεχνολογικές δυνατότητές της, ανέδειξε τι θα μπορούσε να σημαίνει ένας άλλος δρόμος: Η υπολογιστική ισχύς να χρησιμοποιείται για τον επιστημονικό σχεδιασμό της παραγωγής, η χωροθέτηση των data centers να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες νερού για ύδρευση, γεωργία και κτηνοτροφία και ακόμη και η θερμότητα που παράγεται να αξιοποιείται στην τηλεθέρμανση ως αυτονόητο στοιχείο κοινωνικού σχεδιασμού και όχι ως «ανταποδοτικό» που πρέπει να παζαρευτεί με έναν επιχειρηματικό όμιλο.
Σ. Αϊβαζίδης: Η Δυτική Μακεδονία μπορεί να παράγει, όμως οι αγρότες ξεκληρίζονται και ο λαός ακριβοπληρώνει
Στις μεγάλες δυνατότητες που διαθέτει η ίδια η Δυτική Μακεδονία για παραγωγή ποιοτικών τροφίμων επικεντρώθηκε ο Σούλης Αϊβαζίδης, αναδεικνύοντας την έντονη αντίφαση ανάμεσα σε αυτές τις δυνατότητες και στην πραγματικότητα που βιώνουν παραγωγοί και εργατικές - λαϊκές οικογένειες.
Οπως σημείωσε, η περιοχή παρουσιάζεται ως μια από τις πιο «φτωχές» της ΕΕ, με υψηλή ανεργία και έντονη πληθυσμιακή συρρίκνωση. Κι όμως διαθέτει πλούσια γη, σημαντική κτηνοτροφική δραστηριότητα και συγκεντρωμένο κλάδο τροφίμων - ποτών. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα στις δενδρώδεις καλλιέργειες σε Εορδαία, Βέρμιο, Αμύνταιο και Βελβεντό, στα αμπέλια Αμυνταίου και Σιάτιστας, στα φασόλια Καστοριάς και Πρεσπών, στις φακές και στα ρεβίθια των Γρεβενών, στα κηπευτικά του Τσιαρτσαμπά, στις πατάτες του Σαριγκιόλ και του Πολυμύλου, στις πιπεριές Φλώρινας και στον κρόκο. Δίπλα σε αυτά λειτουργούν περίπου 3.000 κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, με παραγωγή κρέατος, γάλακτος και μελιού, αλλά και σημαντικές μεταποιητικές επιχειρήσεις, οινοποιεία και μονάδες τροφίμων με εξαγωγική δραστηριότητα.
Η εικόνα αυτή, τόνισε, αποδεικνύει ότι «όχι μόνο δεν είμαστε φτωχή περιοχή», αλλά υπάρχει η παραγωγική βάση, το αγροτικό, εργατικό και επιστημονικό δυναμικό ώστε να καλύπτονται σημαντικές διατροφικές ανάγκες και να παράγονται προϊόντα υψηλής ποιότητας.
Ακριβώς γι' αυτό γίνεται ακόμα πιο οξύ το ερώτημα γιατί, μέσα σε τέτοιες δυνατότητες, ο λαός ακριβοπληρώνει τα τρόφιμα και οι βιοπαλαιστές αγρότες και κτηνοτρόφοι δυσκολεύονται να κρατηθούν στην παραγωγή, ενώ βρίσκονται εκατομμύρια για μεγάλες επενδύσεις, όπως η υδροπονική παραγωγή ντομάτας της Wonderplant, ενώ αντίστοιχα μεγάλες χρηματοδοτήσεις κατευθύνονται σε οινοποιητικές επιχειρήσεις που επεκτείνονται σε μεγάλες εκτάσεις, ασκώντας ακόμη μεγαλύτερη πίεση στους μικρούς παραγωγούς.
«Σε αυτόν τον αδίστακτο ανταγωνισμό, κερδίζουν μόνο οι βιομήχανοι, οι τράπεζες και οι όμιλοι ενέργειας, ενώ χαμένος μένει ο παραγωγός που μοχθεί στο χωράφι, στη στάνη. Του αρνούνται μέχρι και τον εμβολιασμό που θα μπορούσε να σώσει τα κοπάδια του, για να μην «διαταραχθούν» οι εξαγωγές των μονοπωλίων της φέτας. Την ίδια ώρα ο εργαζόμενος στον κλάδο των τρόφιμων - ποτών βλέπει τον μισθό του να μην φτάνει ούτε μέχρι τα μέσα του μήνα γιατί ακριβοπληρώνει τρόφιμα που ο ίδιος έχει μεταποιήσει» όπως σημείωσε.
Αυτό, τόνισε, είναι και το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει από τη Δυτική Μακεδονία: Δεν λείπουν οι παραγωγικές δυνατότητες. Το ζήτημα είναι για ποιον και με ποιο κριτήριο αξιοποιούνται. Σε έναν διαφορετικό δρόμο, η αγροτική παραγωγή της περιοχής θα μπορούσε να οργανώνεται με βάση τις πραγματικές διατροφικές ανάγκες, αξιοποιώντας συνδυασμένα τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη συγκεντρωμένη βιομηχανία τροφίμων.
Με φθηνά εφόδια, Ενέργεια και νερό, μηχανολογικό εξοπλισμό και επιστημονική στήριξη, παραγωγικούς συνεταιρισμούς νέου τύπου και κοινωνικοποιημένες μεγάλες μονάδες μεταποίησης, οι δυνατότητες που ήδη υπάρχουν σε Κοζάνη, Φλώρινα, Καστοριά και Γρεβενά μπορούν να αξιοποιούνται για ποιοτικά και φθηνά τρόφιμα, σταθερή δουλειά και καλύτερους όρους ζωής. «Δεν μπορεί να ζούμε καλά εμείς και να αυγαταίνουν τα κέρδη μιας χούφτας παρασίτων», κατέληξε. «Ή τα κέρδη τους ή οι ζωές μας. Μέση οδός δεν υπάρχει».
Τ. Κουζιάκη: «Ο καπιταλισμός μάς κοστίζει μια ολόκληρη ζωή»
Στο τι σημαίνει στην πράξη ικανοποίηση των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών στάθηκε η Τίνα Κουζιάκη, φωτίζοντας την απόσταση ανάμεσα σε όσα μπορεί σήμερα να εξασφαλίσει η κοινωνία και σε όσα τελικά απολαμβάνει ο λαός της Δυτικής Μακεδονίας. Στην Υγεία έφερε συγκεκριμένη εικόνα από τα νοσοκομεία της περιοχής. Το Μαμάτσειο Νοσοκομείο Κοζάνης λειτουργεί με περίπου 25% κενά σε οργανικές θέσεις, ενώ η Παιδιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Φλώρινας λειτουργεί με μια παιδίατρο. Την ίδια ώρα, πίσω από τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί «αναβάθμισης», επανέρχονται σχεδιασμοί για αλλαγή του υγειονομικού χάρτη και περιορισμό υπηρεσιών στα νοσοκομεία Καστοριάς, Φλώρινας και Γρεβενών.
Η εικόνα αυτή, τόνισε, δείχνει πως ενώ η επιστήμη και η τεχνολογία προσφέρουν σήμερα τεράστιες δυνατότητες για πρόληψη, έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία, η Υγεία αντιμετωπίζεται ως κόστος για το κράτος και ως πεδίο κερδοφορίας για τους επιχειρηματικούς ομίλους.
Το ίδιο χάσμα ανάμεσα στις δυνατότητες και στην πραγματικότητα αποτυπώνεται και στην Εκπαίδευση. Στη Δυτική Μακεδονία των εκατομμυρίων για την «πράσινη μετάβαση» υπάρχουν ακόμη παλιά και κρύα σχολεία, νηπιαγωγεία σε ισόγεια πολυκατοικιών και προκάτ αίθουσες που τοποθετήθηκαν μετά τον σεισμό του 1995 και εξακολουθούν τρεις δεκαετίες αργότερα να στεγάζουν παιδιά. Την ίδια ώρα, η μείωση του μαθητικού πληθυσμού, αντί να αξιοποιηθεί για μικρότερα τμήματα, περισσότερους εκπαιδευτικούς και καλύτερη παιδαγωγική στήριξη, μετατρέπεται σε επιχείρημα για συγχωνεύσεις σχολείων και τμημάτων.
Ανάλογη εικόνα παρουσίασε και στον Αθλητισμό: Στα Γρεβενά, παρά το όνομα του ολυμπιονίκη Μίλτου Τεντόγλου στο Δημοτικό Στάδιο, δεν υπάρχει καν προπονητήριο, ενώ από το 2018 η πόλη δεν διαθέτει λειτουργικό κολυμβητήριο. Στην Κοζάνη το κολυμβητήριο παραμένει επίσης κλειστό από το 2018, ενώ στη Φλώρινα προβλήματα ασφάλειας γηπέδων έφτασαν μέχρι και στη διακοπή πρωταθλήματος.
Τα παραδείγματα αυτά, σημείωσε, κάνουν χειροπιαστή την αντίφαση: Η κοινωνία διαθέτει όλο και μεγαλύτερο πλούτο και δυνατότητες, αλλά η εργατική - λαϊκή οικογένεια δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και ανάγκες που θα μπορούσαν σήμερα να θεωρούνται αυτονόητες.
«Ο καπιταλισμός μάς κοστίζει πολύ περισσότερο από όσα πληρώνουμε από τον μισθό μας», υπογράμμισε. «Μας κοστίζει μια ολόκληρη ζωή». Μας στερεί, συνέχισε, τον χρόνο, την ξεκούραση, τη δημιουργία, τη συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, τη μόρφωση, την Υγεία, τον Πολιτισμό και τον Αθλητισμό.
Γι' αυτό οι σύγχρονες λαϊκές ανάγκες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ένας κατάλογος «παροχών» που πρέπει να χωρέσει στα εκάστοτε «κοστολογημένα προγράμματα». Οι δυνατότητες υπάρχουν ήδη και η ίδια η πραγματικότητα της Δυτικής Μακεδονίας το αποδεικνύει: Υπάρχουν επιστημονικό δυναμικό, υποδομές και κοινωνικός πλούτος. Το ερώτημα είναι με ποιο κριτήριο αξιοποιούνται.
Η απάντηση, τόνισε, βρίσκεται σε μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνίας, με κοινωνική ιδιοκτησία, επιστημονικό κεντρικό σχεδιασμό και τους ίδιους τους εργαζόμενους στην εξουσία, ώστε ο πλούτος που παράγουν να επιστρέφει στις ανάγκες τους, με αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν Υγεία, ολόπλευρη μόρφωση και σύγχρονες δημόσιες υποδομές Πολιτισμού και Αθλητισμού.
«Παλεύουμε καθημερινά με τη γνώση πως για να κερδίσει ο λαός, πρέπει να χάσει το κεφάλαιο», σημειωσε, καλώντας να δυναμώσει η οργανωμένη πάλη και το ΚΚΕ «για τη ζωή μας και τη ζωή των παιδιών μας».
Κοζάνη, 24/10/2026




